σγουρός

-ή, -ό / σγουρός, -ά, -όν, ΝΜ
βοστρυχωτός, κατσαρός
νεοελλ.
σγουρομάλλης
μσν.
σκοτεινός, μελανός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, το επίθ. σχηματίστηκε από το αρχ. γυρός* «στρογγυλός, κεκαμμένος» με ανάπτυξη προθετικού σ- (πρβλ. βώλος: σβώλος). Κατ' άλλους, ο τ. ανάγεται σε αμάρτυρο *σβουρός κατ' αποκοπή < *σβουρόμαλλος (πρβλ. ἀψύς < ἀψί-θυμος)
βλ. λ. σγουρομάλλης. Κατ' άλλους, τέλος, πιθ. < αρχ. δίυγρος «υγρός, πλήρης»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σγουρός — curly masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σγουρός — ή, ό 1. κατσαρός: Σγουρά μαλλιά. 2. σγουρομάλλης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σγουρός, Λέων — Κληρονομικός άρχοντας της Ναυπλίας. Έζησε στο τέλος του 12ου και στις αρχές του 13ου αι. Το 1202 κυρίευσε το Άργος και την Κόρινθο και έπειτα επιδίωξε να επεκτείνει την εξουσία του στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Κατέλαβε γι αυτό την Αθήνα, εκτός… …   Dictionary of Greek

  • σγουρόν — σγουρός curly masc acc sg σγουρός curly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σγουρῷ — σγουρός curly masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Сгурос, Димитрис — Димитрис Сгурос Имя при рождении греч. Δημήτρης Σγούρος Дата рождения 30 августа 1969(1969 08 30 …   Википедия

  • άκρουλος — ἄκρουλος, ον (Α) σγουρός, κατσαρός στην άκρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκρο (Ι) + οὖλος «σγουρός») …   Dictionary of Greek

  • ούλος — (I) η, ο (Α επικ και ιων. τ. οὖλος, η, ον) βλ. όλος νεοελλ. φρ. «είναι με τα ούλα του» δεν τού λείπει τίποτε, είναι τέλειος. (II) η, ο (ΑΜ οὖλος, η, ον) (για τρίχες) σγουρός, κατσαρός («οἱ ἐκ τῆς Λιβύης οὐλότατον τρίχωμα έχουσι πάντων ἀνθρώπων»,… …   Dictionary of Greek

  • πάρουλος — ον Α ο κάπως σγουρός, ο ελαφρά κατσαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + οὖλος (II) «σγουρός, κατσαρός»] …   Dictionary of Greek

  • σγουραίνω — και σγουρώνω και σγουρύνω και μόνον ως αμτβ. σγουριάζω και σγουρίζω Ν [σγουρός] 1. μτφ. κάνω κάτι σγουρό, βοστρυχώνω, κατσαρώνω 2. (αμτβ.) γίνομαι σγουρός («τα μαλλιά της τελευταία έχουν σγουρύνει πολύ») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.